- ἡμίχουν
- ἡμί-χουν, τό, halber χοῦς
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ημίχους — ἡμίχους, ουν και οος, οον (Α) 1. αυτός που περιέχει μισόν χουν 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἡμίχουν μισός χους, αγγείο ή μέτρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + χους «μέτρο υγρών»] … Dictionary of Greek
ημικόγγιον — ἡμικόγγιον, τὸ (Α) μισός κόγγιος, μέτρο χωρητικότητας τριών ξεστών*, ημίχουν*, μισός χοεύς*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + κόγγιος «μέτρο υγρών και δημητριακών»] … Dictionary of Greek